κυρούλα

κυρούλα
η
1) бабушка; 2) госпожа, хозяйка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυρούλα" в других словарях:

  • κυρούλα — η [κυρά] 1. γιαγιά, μάμμη 2. τιμητική προσαγόρευση ηλικιωμένης γυναίκας, κυρίως τών λαϊκών τάξεων …   Dictionary of Greek

  • κυρούλα — η 1. γιαγιά, νόνα. 2. τιμητική προσαγόρευση γριάς γυναίκας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Kostas Karyotakis — Kostas Karyotakis, Selbstporträt Kostas Karyotakis (griechisch Κώστας Καρυωτάκης, * 30. Oktober 1896 in Tripolis; † 21. Juli 1928 in Preveza) war ein griechischer …   Deutsch Wikipedia

  • λάλη — (I) λάλη, ἡ (Α) λαλιά, φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού λαλῶ]. (II) η γιαγιά, κυρούλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. τής παιδικής γλώσσας βλ. λαλά] …   Dictionary of Greek

  • μαία — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Κόρη του Τιτάνα Άτλαντα και της Πληιόνης, από τη σχέση της οποίας με τον Δία γεννήθηκε ο Ερμής. Πολλοί ποιητές έχουν εξυμνήσει την ομορφιά της και τη θεωρούν ως την πιο όμορφη από τις Πλειάδες. Αναφέρεται άλλωστε… …   Dictionary of Greek

  • παζαριάζω — [παζάρι] παζαρεύω («μη με πουλάς, κυρούλα μου, και μη με παζαριάζεις», δημ. τραγούδι) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»